Στο χωριό μας Λαζαρίνες γίνονταν μόνο οι ανύπανδρες κοπέλες, ούτε καν οι αρραβωνιασμένες ή λογοδοσμένες. Φορούσε η κάθε μια διαφορετική φορεσιά και ότι στολίδια είχε, προσπαθώντας να δείξει κάτι ωραίο, κάτι ιδιαίτερο και δεν υπήρχε η ομοιομορφία που βλέπουμε σήμερα. Από τις φορεσιές φαίνονταν και η οικονομική κατάσταση των οικογενειών.
Αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχουν πλέον οι αργαλειοί για τα υφαντά ούτε κεντήστρες για να στολίζουν τις φορεσιές και αναγκαστικά οι Σύλλογοι καταλήγουν στις βιοτεχνίες και γίνονται πλέον ομοιόμορφες οι φορεσιές.
Μετά την εκκλησία η πορεία που ακολουθούσαν οι Λαζαρίνες ήταν η εξής:
Πρώτα πήγαιναν στο σπίτι του παπά χωρίς να τραγουδούν. Εκεί τις περίμενε η παπαδιά για να τις δώσει τα βάγια (δάφνες), που είχε βάλει σε μία στολισμένη κανίστρα, για να τα μεταφέρουν στη συνέχεια στην εκκλησία και να τα παραδώσουν στον παπά ο οποίος τις περίμενε στην είσοδο της εκκλησίας του Αι-Νικόλα.
Τα βάγια θα μοιράζονταν στους πιστούς την Κυριακή των Βαΐων.
Οι Λαζαρίνες τραγουδώντας ζητούν την ευχή και την ευλογία του ιερέα για να ξεκινήσουν την επίσκεψη στα σπίτια του χωριού.
Καλήν ημέρας μωρ αφέντη μου
καλώς τις Λαζαρίνις
Αφέντη δως μας την ευχής
δως μας την ευλογίας
Κέρνα μας αφέντη κέρνα μας
κι όλα καλά να πάνι
Στη συνέχεια επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού, εκτός αυτών που πενθούσαν, λέγοντας Λαζαριάτικα τραγούδια.
Όρθιες από αριστερά:
Τούλα Ζάτσου, Βασίλω Ντατσή, Ζωίτσα Παλπάνη, Γλύκω Ζουμπούκα, Φρειδερίκη Ντατσή, Μόρφω Τότσκα, Ευθυμία Ζουμπούκα, Βαγγελή Γκιλέκα, Ρόϊδω Ντασή, Μαριάνθη Ζιανού και Παρθένα Τότσκα.
Καθιστές από αριστερά: Μαργαρίτα Κόντου, Σουλτάνα Ζάτσου, Ελένη Κόντου και Μπούλω Κόντου. Η μικρούλα στη μέση είναι η Ντατσή Ερμιόνη.
Τελευταία οι σύλλογοι κάνουν ομοιόμορφες στολές, οι οποίες όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ακολουθούν βίντεο όπου γράφει "κλικ ΕΔΩ" και γίνεται προβολή αυτών.
-Λαζαριάτικα τραγούδια την 1η Απριλίου 2018 (βίντεο) κλικ ΕΔΩ
Σιγανά πάει η βροχή
Την έβρισκα που ζύμωνε και διπλοκοσκίνιζε,
για να κάνει τις λειτουργιές,
να τις πάει στην εκκλησιά, στον αφέντη τον παπά.
"Καλώς μας ήβρε ο Λάζαρος και φέτος και του χρόνου
"Κέρνα μας (το όνομα της οικοδέσποινας) κέρνα μας κι όλα καλά να πάνε"
της άνοιξης τ’ αηδόνια
πύργο θέλουν να χτίσουν
κι απ’ έξω καλογέροι
να τους ξομολογάει
που έσπιρνι το χρόνο δυο μπενάκια στιάρι
κι άλλα δυο κριθάρι
κάθιτι κι κλαίει κι μοιριολογάει
ποιός θα του θιρίσ(ει) ποιος θα τ' αλουνίσ(ει)
κι καλή τον λέει
τον παρηγορι σώπα 'αντρα σώπα
σώπα κι μην κλες
ιγώ θα τα θερίσω ιγώ θα τ’ αλωνίσω
//////
Απάνω στην μοσχομηλιά
Απάνω στην μοσχομηλιά
Εκεί κοιμάται ο δέσποτας
με το χαρτί στο χέρι
Με το χαρτί, με την Αγιά,
με τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.
Σήκω ρε μαύρε δέσποτα
και μην βαριοκοιμάσαι.
Τα μοναστήρια σήμαναν
κι οι εκκλησιές διαβάζουν.
Και η δική μας εκκλησιά
δεν ψέλνει δεν διαβάζει.
Με τα χαρτιά της μάλωνε,
και τα κατηγορούσε.
Χαρτιά ιεροχάρτια μου,
χαρτιά της Παναγίας.
Καλογριοπούλα γκιζερεί
Ήρθε ο Λάζαρος
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια
σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
ήρθε η μάνα σου από την πόλη
σου 'φερε χαρτί και κομπολόι
Γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη
γράψε λεμονιά και κυπαρίσσι
Οι κοτούλες μας αυγά γεννάνε
κι ένα αυγό μέσ' στο καλάθι βάλε.
στο μαρμαροστρωμένο
Εδώ έχουν κόρη ανύπαντρη,
κόρη ν’αρραβωνιάσουν.
Προξενητάδες έρχονται
‘που μέσα απου την πόλη.
Εδώ ρωτούν ξαναρωτούν
της λύιαρης την κόρη.
Που θα’βρω τέτοια λύιαρη(λυγερή).
ξανθή και μαυρομάτα,
Έχει το μάτι σαν ελιά,
το φρύδι σαν γαϊτάνι.
Το δόλιο το ματόφρυδο
σαν κρόσσι απ το μαντήλι.
το μαρμαροστρωμένο,
εδώ έχουν χίλια πρόβατα
και δυό χιλιάδες γίδια.
Τα χίλιαζαν τα μίλιαζαν,
τα βγάζουν τρεις χιλιάδες.
Στον κάμπο τα κατέβαζαν,
να τα νεροποτίσουν,
και στο βουνό τ’ανέβαζαν
να τα γαλομετρήσουν.
Λάζαρι καψουλάζαρι πούκαψις καρδίτσις
Κάποια λαζαρίνα έχασι γαϊτανάκι κι του βρήκι ι Γιάννης
δομ’ του Γιάννη, δομ’ του δομ’ του γαϊτάνι
Θα σι φκιάσου πίττα, πίττα λαζαρόπτα
ας είνι και τσουκνιδόπτα.
όλο ίτσια και λουλούδια
κι τριαντάφυλλα στρωμένα
τράβηξε ψηλός αέρας
τίναξε την άνθη όλη
Έδωκε ο ήλιος κι έσκασε
μήλo κρατούν στo χέρι
Σε σπίτι
που έχει μικρό παιδί
μάνα μ’ μαλαματένια,
χρυσόν υγιόν από ’κάνες
χρυσόν μαλαματένιο.
Χρυσιά ήταν η εικονίτσα του,
κι αργυριά η φασκιά του,
το γάλα που κατάπινε,
αγνό μαργαριτάρι.
Αι, κίνησα στον δρόμο-δρόμο,
στο στενό το μονοπάτι.
Στο στενό το μονοπάτι,
βρίσκω μια μηλιά στον δρόμο.
Αι βρίσκω μια μηλιά στον δρόμο,
Με τα μήλα φορτωμένη.
με τα μήλα φορτωμένη,
άπλωσα να πάρω ένα.
Αι, άπλωσα να πάρω ένα,
κι η μηλιά μ’ απολοήθκε.
Κι η μηλιά μ’ απολοήθκε,
μη μου παίρνεις, μη μ’ αφήνεις.
Αι μη μου παίρνεις, μη μ’ αφήνεις,
τα’ χει ο αφέντης μετρημένα.
τα’ χει ο αφέντης μετρημένα,
κι η κυρά λογαριασμένα.
στα εξήντα μοναστήρια
Γραμματικέ μ κι αφέντη μ
Μάνα –ν- γιον εστολιζε –ν-
γιον και θυγατέρα-ν
γιος βανει τα κόκκινα
κι η θυγατέρα τα άσπρα.
Κι αυτή στα καταγάλανα
τα καταφρονημένα
Σαν κίνησαν κι επαηναν
κοντά κατ τα Άγιο βήμα
Και σαν τους είδε η εκκλησιά
τα κεραμιδιά ρίχνει
Βάγια κι τι μας έφερες
Και πίσω μην γυρίσεις
Καλά να πας καλά να ρθεις
Καλά και να μας εβρεις.
και στων κεριών τον τόπο
λε- τρεις λυγερές ανέβαιναν
το χάρο προσκυνούσαν
λε- ανέβαιναν κατέβαιναν
και πάλι προσκυνούσαν
λε- δείξε μας χάρε δείξε μας
το πότε θα μας πάρεις
λε- την κυριακίτσα το πρωί
την άλλη παραπάνω.
κι έμορφες κι οι παντρεμένες.
τι όμορφο χορό που κάνουν
κύκλες κύκλες κάνουν καμάρες.
λουλούδια από τους κάμπους.
Βγαίνει κι ένα τριαντάφυλλο
πολύ ήταν πεσμένο.
Βασιλικός σαν τα ‘κουσει
πολύ τον κακοφάν’κει.
Εγώ είμαι ένας βασιλικός
στον κόσμο δεν πενιούμαι.
Οι πρόγονοί μας συνήθως μετά από την λειτουργία κάθε μεγάλης
γιορτής τραγουδούσαν και χόρευαν έξω από τις εκκλησίες ή τα εξωκκλήσια.
«Ο Ρωμιός
έχει μια Βάγια Σουλεημάνης τη γυρεύει», «Η Μπιήνα (η Αρχοντογυναίκα) και ο
Βόιβοντας (τούρκος στρατιωτικός
Διοικητής)», «Τς Αρσίνας (εμπόρισσας) το κορίτσι με τον Αμέτ Αγά» και άλλα
παρόμοια.
Στο χορό, οι νέοι του χωριού (και τα μελλοντικά πεθερικά) έβλεπαν τις κοπέλες, τις διάλεγαν και στη συνέχεια άρχιζαν τα προξενιά ώστε το Πάσχα να γίνουν τα αρραβωνιάσματα.
Λαός που
δεν γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να οικοδομήσει το μέλλον του.
Όλες οι νύφες στο χορό, Αγγελίνα μου,
χορεύουν στα σαιάρια, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Και η Αγγελίνα ορφανή,
χορεύει στο γιλέκι, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Κι ο βασιλιάς αγνάντευε, Αγγελίνα μου
απ τον γυαλένιο πύργο, Αγγελίνα μου
μωρέ μαυρομάτα μου.
Να’μαν πουλί, να’ μαν πουλί,
να πέταγα, μπροστά στην Αγγελίνα,
Αγγελίνα μου, μωρέ μαυρομάτα μου.
Να πιάσω χε-λελε χέρια παχουλά,
γιομάτα μπιλιτζίκια, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Να τα’ βαζα-λε να τα’βαζα προσκέφαλα,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες, Αγγελίνα μου,
μωρέ μαυρομάτα μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου