menu

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Λέξεις από: Π. Ρ. Σ.



παγούρι: Αγγείο νερού, μέσο πρόσκλησης συγγενών και φίλων για κοινό τραπέζι.
πααίνου:πηγαίνω.
παγάνα:  ψάξιμο, ανίχνευση.
παγανά:  καλικάντζαροι 
παγανιά:   ένοπλο απόσπασμα που ψάχνει για κλέφτες ή για ληστές:
παζαριάζου:  διαπραγματεύομαι την τιμή ενός εμπορεύματος 
παζαριώτις:  άνθρωποι που πάνε στο παζάρι ή γυρίζουν απ’ αυτό 
παΐδια:  πλευρά του σώματος.
παΐδις:  οι πλαϊνές σανίδες από το σαμάρι.
παίνια: έπαινος, έπαινος στον εαυτό μου
παλαβώνου: τρελαίνω, τρελαίνομαι.
παλαμαριά:  χειρολαβή
παλαμουδέρνου: με πονούν οι πατούσες από το πολύ περπάτημα
παλιακός:  παλιός, αυτός που έρχεται από το παρελθόν.
παλιουκιρίσια:  του παλιού και­ρού.
παλιουκιρίσιους:  αυτός που έχει «παλιά» μυαλά, αναχρονιστικές αντιλήψεις.
παλιουκόπρι: μέρος που έχει παχύ χορτάρι, επειδή υπήρχαν μαντριά για αρκετό διάστημα.
πάλιουρας:  θάμνος με αγκάθια (παλιούρι)
πανουσάμαρα:  επάνω στο σαμάρι και ανάμεσα από τις δυο μεριές.
παντάκαλους:   πολύ καλός.
παντάξινους: τελείως άγνωστος
πάντοια: ανήθικη, κάθε μια της σειράς, ανυπόληπτη 
παπαδουπούλα:  παπαδοκόρη.
παπαρδέλας:  φλύαρος, πολυλογάς, φαφλατάς 
παππάρα: ψωμί τριμμένο σε γάλα.
παπαρούσια λάια: προβατίνα με μαύρο τρίχωμα, που έχει άσπρα στίγματα στο κεφάλι της.
παραβγαίνου: συναγωνίζομαι, αναμετρούμαι.
παραγγέλλου: στέλνω μήνυμα:
παραδίπλα: ακριβώς δίπλα
παράδις:   χρήματα
παραδώθι: πιο κοντά
παρακάλια: παρακαλετά
παρακατιανός:  κατώτερος
παρακείθι:   πιο πέρα από εκεί που είσαι 
παράκιρα:  παράκαιρα, σε ακατάλληλο χρόνο
παρακούου: ακούω εσφαλμένα
παράκυπρους:  μικρό κυπρί μέσα στο κοίλωμα από το μεγάλο κυπρί
παραμάντρι:   βοηθητικό μαντρί δίπλα στο κυρίως μαντρί 
παραμία:  παροιμία.
παράμιρα:   απόκεντρα, απόμερα
παραμιράου: τραβιέμαι στην μπάντα, κάνω τόπο
παραπαίρου:  αποπαίρνω, μαλώνω
παραπίσου: πιο πίσω
παραπρουψές:  τρία βράδια νωρίτερα
παραταχιά:  μεθαύριο
παρδαλή:   πόρνη
παρδαλουλάια: προβατίνα με μαύρο τρίχωμα αλλά με πολλά άσπρα στίγματα στο σώμα 
παρέκεια:  παραπέρα
παρμάρα:  αρρώστια στα πρόβατα (μελιταίος πυρετός, κουτσαμάρα)
πασαένας:   οποιοσδήποτε
πασκίζου: προσπαθώ,αγωνίζομαι
πασπάλι:  μικρή ποσότητα υλικού που μόλις φτάνει να καλύψει μια επιφάνεια ελαφρά
πασταλάκια:  φασολάκια
πάστρα:  καθαριότητα
παστρικό:  καθαρός
πατήθρις: δυο μακριές ξύλινες πλάκες (πετάλια) στις οποίες πατούν οι υφάντρες,
σταυρώνεται το διασίδι και γίνεται η ύφανση
πατιρίτσα:  είδος από ραβδί 
πάτους:   πιο χαμηλό σημείο, πυθμένας
πατιλό:  στραβοπόδαρο ζώο
παχνιστής:  μήνας που ρίχνει πάχνη, ο μήνας Νοέμβριος
πεισμώνου: πεισματώνω,  θυμώνω
πέστρα: γίδα με διαφορετικό τρίχωμα στη μία πλευρά από την άλλη
πιάνου προυζύμια:  αρχίζω τα δρώμενα για να φκιάσω τα ψωμιά του γάμου 
πιγνιδιάρα:   γυναίκα που της αρέσουν τα ερωτικά παιχνίδια
πιδεύουμι:  ταλαιπωρούμαι, κουράζομαι
πιδί:  αγόρι 
πιδιμάρα:  ταλαιπωρία, μεγάλη κούραση
πιδουκλάρι:  μια μικρή τριχιά (λυτάρι) με την οποία πιδουκλώνουμε τα ζώα
πιδουκλώνου:  δένω με μια μικρή τριχιά (λυτάρι) τα μπροστινά πόδια από τα ζώα για να μη
φεύγουν μακριά και κυρίως τη νύχτα
πιδούρια:  μικρά παιδιά 
πιζεύου: κατεβαίνω από το άλογο
πιζουγιλάου:  παίζω και γελώ
πικρόχουρτα:  χόρτα με πικρή γεύση
πινακουτή:  χοντρή σανίδα με κοιλώματα στην οποία τοποθετούμε το ζυμωμένο ψωμί 
πιντόβουλα: παιδικό παιχνίδι που το παίζουμε με πέντε βόλους
πιότιρους:  περισσότερος
πιπιρώνου:  ρίχνω πιπέρι στο φαγητό
πιράου: περνάω 
πιργιλάου: εμπαίζω, περιγελώ, κοροϊδεύω 
πιρουνιάζει του κρύου:  είναι πολύ δυνατό και περνάει μέσα μου όπως το καρφί
πιρπατ’σιά:  περπατησιά
πίσσα:  βαθύ σκοτάδι
πίστη:  εμπιστοσύνη
πίστρουμα:  στρίφωμα
πιστρόφια:   επιστροφή του νιόπαντρου ζευγαριού στο σπίτι του πατέρα της νύφης λίγες  
μέρες μετά το γάμο
πισώκουλα:   πίσω πίσω
πιτούμινα:  πτηνά, πουλιά
πιτρουβουλάου: πετώ πέτρες, λιθοβολώ
πιτρουγέφυρα:  πέτρινα γεφύρι
πιτρουπέρδικα: πέρδικα που ζει στα βραχώδη μέρη
πιτρουτά:  βραχώδη μέρη
πλάια:  πλάγια, πλαγιές
πήρι τα πλάια:  χάζεψε
πλαϊάζου: κοιμάμαι
πλαϊανός:  διπλανός
πλάκα:   επίπεδη πέτρα
πλακατάρι: μικρό πλακέ κουδούνι για τ’ αρνιά
πλακαταριά: παγίδα για πουλιά με πέτρινη πλάκα
πλανεύου:  παραπλανώ
πλάνους:  αυτός που παραπλανεί, ξεγελάει, δημιουργεί ψεύτικες προσδοκίες 
π’λάρα:  θηλυκό μουλάρι
π’λάρι:  νεογέννητο πουλάρι
πλάση:  σύμπαν
πλάστ’ς:  ξύλινη ράβδος για να πλάθουμε τα φύλλα από τις πίτες
πλαστήρι: ξύλινο στρογγυλό σανίδι στο οποίο πλάθουμε τα φύλλα για τις πίτες 
πλάτουμα:  πλατύς και ανοιχτός χώρος
πλιξούδις:  πλεξούδες, κοτσίδες
πλιότιρους: περισσότερος
πλουκάρι, πλοκάρι: το μαλλί των προβάτων
πλουταίνου:  γίνομαι πλούσιο
πλύματα:  νερό με το οποίο πλένουμε το σκαφίδι μετά το ζύμωμα και περιέχει ένζυμα από το προζύμι
πόνηρους:  πονηρός 
πόντικας:   ποντικός
πουδάρι:   πόδι
πουδένου:  φοράω παπούτσια
πουδαρούσιου: ζώο του οποίου το τρίχωμα στο πόδι είναι λευκό, διαφορετικό από το άλλο σώμα του.
πούντα:  δυνατό κρυολόγημα
πουντιάζου: κρυολογώ σοβαρά
πουταμιά:  περιοχή γύρω από το ποτάμι
πούτανους:  απελευθερωμένη ή ανήθικη γυναίκα
πουτές:  ποτέ
πουτσαράς:  δυνατός, γενναίος άντρας
πουριά, ποριά: η είσοδος του μαντριού.
πράμα, πράματα: ζώα.
προυβατουψάλιδου: ψαλίδι με του οποίο κουρεύουμε τα πρόβατα 
προυβάτα: χειμερινό μαντρί των προβάτων.
προυτσιάλους: ζευγάρωμα των γίδων
πριτσαλιώντι τα γίδια: ζευγαρώνουν
προυζύμια:  έθιμο του γάμου
προυκόβου: προκόβω, προοδεύω
προυξιν’τής: προξενητής
προυόβουλους:  ατσάλινο μεταλλικό αντικείμενο με το οποίο ανάβω φωτιά
προυσάναμμα: μικρή ποσότητα ύλης (κυρίως ξύλα) που τη χρησιμοποιούμε για να μεταδώσουμε τη φωτιά
προυσκαλάου:  προσκαλώ 
προυσκιέφαλου:   μαξιλάρι
προυσλιάζουμι:  απολαμβάνω τον ήλιο στο προσήλιο
πρωτουτσέλιγγας:  αυτός που έχει το μεγαλύτερο τσελιγκάτο
πυρουστιά:  μεταλλικός τρίποδας για να ακουμπάνε τα σκεύη, όταν τα βάζουμε στη φωτιά, για να μαγειρέψουμε
πυρώνου: ζεσταίνω στη φωτιά
π’τια, πυτιά: μαγιά του τυριού
πάλα: Μικρή ποσότητα λαναρισμένου μαλλιού για κατασκευή τουλούπας.
παλαμαριές: Ξύλινα καλύμματα του χεριού χρήσιμα στο θέρισμα.
παλιούρια: Είδος θάμνου με σουβλερά αγκάθια.
πάνα: Παλιόρουχο με το οποίο βγάζουν τα κάρβουνα έξω από το φούρνο.
πανίσιου: Χτένι κατάλληλο για την ύφανση λεπτών υφασμάτων.
παπαδέλια: Ξύλα ενισχυτικά των «παπάδων» (ξύλα της σκεπής), που στηρίζουν τη σκεπή.
παπάδες: Τα ξύλα που στηρίζουν τον καβαλάρη στη σκεπή.
παραουρίτ 'ς: Αυτός που κυκλοφορεί παράωρα, ο καλλικάντζαρος.
παραστάθι: Το κατώφλι.
παραστιά: Ο χώρος μπροστά από το τζάκι.
παρδαλά: Πολύχρωμα.
παρμακλίκια - κορμάκια: Κάγκελα.
πάσμα: (το) Μονάδα μέτρησης κλωστών στην υφαντική, ίση με δέκα κλωστές. Υποδιαίρασή του είναι η μετρησιά, τρεις κλωστές και η κλωστή.
πατανίες: Είδος υφαντού.
πατήθρες: Εξαρτήματα του αργαλειού που με τις εναλλαγές τους σταυρώνεται το στημόνι και σταθεροποιείται το υφάδι.
πατόζες: Αλωνιστικές μηχανές.
πατσιαούρια: Κουρέλια.
περασιά: Τρόπος τοποθέτησης της «δεσιάς»  στα παράθυρα.
πέρασμα: Η διαδικασία τακτοποίησης του στημονιού στα μιτάρια και στο χτένι.
περήφανα: Όμορφα και γερά.
πιασμουχέρ 'ς: Αυτός που πιάνουν τα χέρια του. Ο ικανός.
π 'νακωτά: Οι πινακωτές.
πιρούκλις: Περούκες.
πιρπιρούνις: Παπαρούνες.
πιστρόφια: Το τραπέζι που παραθέτει η μητέρα της νύφης στους νιόπαντρους οχτώ μέρες μετά το γάμο.
πιταστές: Λαγάνες (προφούρνια των Βυζαντινών).
πιτυράδια: Ψωμί από πίτουρα, που προορίζεται για τροφή των σκύλων.
πλακέ: Είδος βελονιάς στο κέντημα.
πλακίδες: Πουλάδες, μικρές κότες / Τα μικρά κορίτσια.
πλάτη- ποδιά: Τα μέρη του καμακιού. Η πλάτη είναι η πίσω πλευρά, η ποδιά είναι είδος στεγάστρου.
πλουκός: Ο φράχτης ο πλεγμένος με λεπτές βέργες, λούρα.
πνακουτό: Πινακωτή.
ποδεσιά: Τα παπούτσια.
ποδιά (τζακιού): Το τύμπανο του τζακιού.
ποτήρια: Μοτίβο στην υφαντική. Χρησιμοποιείται μόνον στα σαΐσματα.
πουκάλουμα: Η στενή πλευρά της στέγης.
πούκρουγμα: Βασκανία, μάτιασμα.
πουρ(ι)ά: Πέρασμα.
πράμα, πράματα: Ζώα.
προβουδεύω: Προοδεύω.
προσ(η)λιάζω:(προσθηλάζω): Βάζω τα αρνιά να θηλάσουν.
πύρα: Η ζέστη.
πυρομάχοςΗ εσωτερική επιφάνεια του τζακιού.
πυρουστιά: Ο σιδερένιος τρίποδας που χρησιμοποιείται για τη στήριξη των μαγειρικών σκευών.



ραβδίζου:  με τη ράβδα τινάζω τους καρπούς από τα δέντρα, όταν ωριμάζουν
ράγα:  θηλή από το μαστό
ρακί:   τσίπουρο
ρακουβάριλου:  βαρέλι για ρακί
ρακουπότ’ρου: ποτήρι για τσίπουρο
ράμματα: Κλωστές για μπάλωμα
ράφτ’σσα:  ράφτισσα, μοδίστρα 
ραφτόιπουλου: μαθητευόμενος ή νεαρός ράφτης
ράφτου:  ράβω 
ράχη:  βουνοκορφή
ραχιά:  πλάτη από το άλογο 
ρέμπιλους:  ακατάστατος
ρέντζελους:  κουρελιασμένος 
ρεκανιασμένο: Πολύ ξεροψημένο
ρεκανους: Πολύ στεγνό.
ρήγας:  βασιλιάς
ρημαδιακό:  έρημο, ρημάδι, ρημαγμένο 
ριγουτά: Υφαντά με ρίγες
ριβά:  πλαγιαστά, όχι ίσια κατά το περπάτημα
ριβάνι: ρυθμικό και ανάλαφρο βάδισμα του αλόγου που γίνεται με πλαγιοτροχασμό
ριβανίτ’κου:  άλογο που περπατάει ριβάνι
ριγανέλα:  είδος από τριχιά
ρίζα: Είδος βελονιάς
ριζαρί: Το χρώμα που βγαίνει από το βράσιμο της ρίζας του φυτού «ριζάρι»
ριζάρι: Το φυτό ερυθρόδανο.
ριματικά:   ρευματισμοί
ριμέντια:  ξόρκια
ριμπέτας:  ρεμπέτης, τεμπέλης, αχαΐρευτος
ρίξιμο στέγης: Κατασκευή της σκεπής.
ριτσιναριά:  πρακτικό θεραπευτικό μέσο (πανί εμποτισμένο με ρετσίνι, έμπλαστρο)
ρίχνω (στον αργαλειό): Ετοιμάζω το στημόνι για την ύφανση.
ρόκα: Ξύλινη απλή κατασκευή σχήματος «Ψ», στην οποία τοποθετείται η τουλούπα για γνέσιμο.
ρούγα: Στενός δρόμος.
ρουγκατσάρια: Ομάδες μεταμφιεσμένων ανδρών την πρωτοχρονιά.
ρουντόγαννος: Η ανοικοκύρευτη γυναίκα που γυρνάει όλη μέρα (ίσως αναγραμματισμός από το «Ρουγό-Γιαννος»).
ρουπώνω: Κλείνω πολύ καλά.
ρόγα: μισθός του βοσκού.
ρούγα: στενός δρόμος.
ρουιάζουμι, ρογιάζομαι: μισθώνομαι ως βοσκός σε κάποιον.
ρούντου: σγουρόμαλλο πρόβατο.
ρ’ζά:  πρόποδες από βουνό
ρόζους:  σημείο του κορμού του δέντρου από το οποίο ξεκινάει ένα κλαδί του με
αποτέλεσμα στο σημείο εκείνο να διογκώνεται
ρόιδινους: ροδομάγουλος
ρόιδου:  ρόδι
ροϊδουκουκκινάτη:  κοπέλα ροδοκόκκινη
ροϊδόφλουδα:  φλούδα ροδιού
ρόκα του πουδάρι: έσπασε το πόδι και είναι στο νάρθηκα
ρόκα: ξύλινο εξάρτημα με δυο έλικες ή χωρίς έλικες με το οποίο γνέθουν οι γυναίκες
ρόμπουλου:   είδος από πεύκο
ρουβουλάου: κατηφορίζω ή κατηφορίζω γρήγορα από μια πλαγιά
ρουγκαϊζουμι:  ρεύομαι
ρουγκάτσ’κου: ζώο που ο ευνουχισμός του πετυχαίνει κατά το ήμισυ
ρουιάζουμι:  πηγαίνω μισθωτός τσομπάνος
ρουιδίζου: παίρνω σιγά-σιγά το κόκκινο χρώμα
ρουιδούλα: ροδομάγουλη, όμορφη
ρουκίσιου: καλαμποκάλευρο 
ρουμαίικου: ελληνικό κράτος
Ρουμαίοι:   Έλληνες
Ρουμιουϊπούλα:   Ελληνοπούλα
ρουμπέτας:  πολυλογάς, κουτσομπόλης
ρουντίνα:  ήμερος τόπος στα ριζώματα
ρούντου:  πρόβατο που έχει κοντό, λεπτό και απαλό τρίχωμα 
ρούπουσι η φτσιέλα: έκλεισαν οι σχισμές της
ρουπώνου: παραχορταίνω
ρούσα: ζώο με κόκκινο τρίχωμα.
ρουσάτη: γυναίκα με ξανθοκόκκινα μαλλιά αλλά και περήφανη 
ρούσινος:   ρωσικός
ρουσουγένιους:  ξανθογένης
ρούσους:  ξανθοκόκκινος
ρουσφαΐζου:  τρώγω με βουλιμία, κατατρώγω 
ρούχινα προικιά:  όχι μάλλινα αλλά αγοραστά κι από άλλη πρώτη ύλη


σαΐσματα: Υφαντά που κατασκευάζονται με γίδινα μαλλιά.
σαΐτα: Εξάρτημα του αργαλειού, απαραίτητο στην ύφανση. Στη βέργα της
τοποθετούνται τα μασούρια.
σακκοράφιασμα: Το ράψιμο με σακοράφα και το ράψιμο με αραιές βελονιές.
σάλωμα: Τιναγμένα στάχυα βρίζας.
σαούλ 'τ(η)ς: Το νήμα της στάθμης.
σαράντ 'σμα: Τρόπος καταπολέμησης της βασκανίας.
σαρμάντσα: Κούνια του μωρού.
σαϊάζου: βάνω μάλλινα χοντρά υφάσματα (τσιόλια)πάνω από το σαμάρι του ζώου για να
προστατέψω το ζώο αλλά και το σαμάρι από τις κακές καιρικές συνθήκες.
σάιασμα:  χοντρό μάλλινο ύφασμα για σκέπασμα του σαμαριού των ζώων 
σαΐτα: εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο διαπερνώ το υφάδι στο στημόνι
σαϊτιά:   ρίξιμο (εκτόξευση) της σαϊτας
σαϊτόγνιμα:  νήμα που έχει η σαΐτα
σαϊτόξ’λου:  εξάρτημα από τη σαΐτα στο οποίο τυλίγεται το υφάδι
σακάλιβρου:  αλευροσάκι.
σακαρέλα: μικρή στενόμακρη μάλλινη σακούλα
σακατ’λίκι:  αναπηρία
σακάτ’ς:   ανάπηρος
σακατεύου:  τραυματίζω, αχρηστεύω
σακένιους τρουβάς:   τροβάς δεύτερης ποιότητας
σακιάζου: γεμίζω το σακί με διάφορα πράγματα ή διάφορα υλικά
σακιόσκ’να:  σκοινιά με τα οποία δένουμε τα σακιά
σακούλα:  πορτοφόλι 
σακουράφα:  μεγάλη και χοντρή βέργα-βελόνα για να ράβουμε χοντρά υφάσματα
σαλαγάου:  με φωνές και σφυρίγματα κατευθύνω το κοπάδι 
σαλαμπριά:  κατεβασμένο ποτάμι
σαλαώρας: πολυλογάς
σαλιάρα:  κομμάτι λεπτό  ύφασμα που το βάζουμε γύρω από το λαιμό 
σάλλουμα:   άχυρα  συνήθως από βρίζα με τα οποία σκεπάζουμε τα μαντριά
σαλός:  φευγάτος, τρελός
σαλταμπήδα:   γυναίκα που έχει ξεπεράσει τους ηθικούς φραγμούς
σαλταμπήδας:   ανήθικος άντρας
σαμαράκι: προστατευτικό τρίχωμα που αφήνουμε στη ράχη από τα μικρά ζώα, όταν τα
κουρεύουμε
σαμαρουκρέβατου:   θέση (κρεβάτι) για το σαμάρι 
σαμαρουσκούτι:   χοντρό μάλλινο ύφασμα που μπαίνει στο εσωτερικό του σαμαριού
σαμαρουτριχιά:  τριχιά για το σαμάρι 
σαμαρώνου: βάνω το σαμάρι πάνω στο κορμί του ζώου
σάματι:  σάμπως, σαν να 
σαπίτ’ς:  είδος βουνίσιου φιδιού 
σάρα κακιά:  να γκρεμιστείς, να χαθείς, να πας στον αγύριστο 
σάρα:   απότομη πλαγιά γεμάτη πέτρες και χαλίκια και χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση, γκρεμός
σαράκι:  σκουλήκι του ξύλου
σαρακουστεύου:  νηστεύω τη σαρακοστή.
σαρμανίτσα:  ξύλινο μικρό κρεβατάκι που είναι κούνια για το μωρό
σβόιρας:  αυτός που παίρνει στροφές το μυαλό του, έξυπνος, πολυμήχανος
σβώλους:  σφαιρικό κομμάτι τυριού
σγαντσουμάλλ’ς: αυτός που τα μαλλιά του είναι όρθια σαν τα αγκάθια του σκαντσόχοιρου 
σέβαση:   σεβασμός
σέια:   πράγματα του νοικοκυριού 
σειόμι:   κουνιέμαι, κινούμαι
σειρά:  γενιά, σόι, τάξη, τρόπος ζωής
σέλα:   προσαρμοσμένο κάθισμα για τον αναβάτη στη ράχη του αλόγου
σημαδεμένος: άνθρωπος που έχει κάποιο σωματικό ελάττωμα
σιάρκαβου: βόδι με γκρίζο τρίχωμα
σιγκούνια: πανωφόρι των βοσκών από γιδόμαλλο, με φαρδιά μανίκα. Το χρησιμοποιούσαν ως σκέπασμα όταν κοιμούνταν στο ύπαιθρο.
σιγκούνι: μάλλινο υφαντό πανωφόρι της γυναίκας με πολλά κόκκινα κεντήματα.
σιούτα: προβατίνα ή γίδα χωρίς κέρατο.
σιαδώθι:  ίσια δώθε
σιάζου:   τακτοποιώ, διευθετώ
σιάζου τα ζουντανά:  ταχτοποιώ, φροντίζω
σιαΐνι:   είδος από αετό
σιαϊτάν’ς:  ο καταχθόνιος, ο σατανικός άνθρωπος
σιακάτ’:   προς τα κάτω
σιακείθι:   ίσια εκείθε, προς τα εκεί 
σιαλβάρι: πελεκημένο ξυλάκι με δυο εγκοπές στις άκρες του για να το δένουμε, και το βάνουμε στο στόμα του κατσικιού για να μην μπορεί να βυζαίνει, είδος χαλινού 
σιαμπρουστά:  προς τα μπροστά
σιαπάν’:  προς τα πάνω
σιαπέρα:  προς τα πέρα
σιάση:   διευθέτηση, συμφωνία, ειρήνευση
σιβδαλής:  αυτός που έχει σεβδά,
σιβδαλίζουμι:  έχω καημό, ερωτικό πάθος
σιβδάς:   καημός, ερωτικός πόθος 
σίβους:  αυτός που το χρώμα του είναι μεταξύ γκρι και μπεζ
σίγαλα:  αθόρυβα, χαμηλόφωνα 
σιγαλός:   σιγανός
σιγκούνι:   μάλλινος επενδύτης 
σιγουρεύου:  ασφαλίζω κάτι
σιγουρημένους:  ασφαλής
σικλέτι:  στενοχώρια
σικλιτίζουμι:  είμαι λυπημένος, στενοχωρημένος 
σιλιασμός:   επιληψία
σιλώνου:   βάνω τη σέλα στο άλογο
σιουγκάρι:  βυζανιάρικο αρνί, μικρότερο παιδί μιας οικογένειας
σιουγκράου:   αγγίζω κάποιον με νόημα, τον ειδοποιώ αγγίζοντάς τον 
σιουράου:   σφυρίζω
σιούτα:   γίδα, προβατίνα (ζώα) χωρίς κέρατα
σιριανάου:  κάνω περίπατο, γυρίζω στους δρόμους
σιριάνι:  περίπατος, βόλτα
σιρκός:   αρσενικός
σιρκουθήλ’κους:  ερμαφρόδιτος
σιρκουχρουνιά:  χρονιά που τα ζώα γεννούν αρσενικά αρνιά περισσότερα   από τα θηλυκά
σιρσένι:  άνθρωπος που δεν ησυχάζει καθόλου, εργατικός
σκαρίζου: βγάζω τα γιδοπρόβατα για νυχτερινή βοσκή το καλοκαίρι.
σκάρους: νυχτερινή βοσκή, αλλά και ειδικός ποιμενικός σκοπός κατά τη διάρκειά της
σκάλουμα:   εμπόδιο, πρόβλημα
σκαλώνου:  σταματάω μπροστά σε ένα εμπόδιο.
σκαμνάκια:   παιδικό παιχνίδι
σκάνια:  στενοχώρια, στενοχώρια και αγανάχτηση μαζί
σκανιάζου:  στενοχωριέμαι, στενοχωρώ
σκαντζλήθρα: φλούδα ή πολύ μικρό κομμάτι ξύλου που καίγεται και εκτινάσσεται 
σκαντζουχέρι:   σκαντσόχοιρος
σκαπιτάου:  χάνομαι πίσω από τη ράχη
σκάρφη:  έγινε πολύ αρμυρό, π.χ. το φαγητό
σκάρφη:  φυτό πόα που έχει και θεραπευτικές ιδιότητες
σκάσιμου:  μεγάλη στενοχώρια
σκαφίδα:  ξύλινη σκάφη στην οποία ζυμώνουμε το ψωμί ή πλένουμε τα ρούχα
σκαφίδι:  βαθουλό ξύλινο σκεύος για ζύμωμα
σκιάχτρου:  παλιόρουχο ή άλλο πράγμα που εκφοβίζει τα άγρια ζώα
σκιάζουμι:   φοβάμαι
σκιάσματα:  δαιμονικά, κακά πνεύματα
σκιδιάζου:  σχεδιάζω
σκίζα:  κομμάτι από ξύλο που αποσπάται ακανόνιστα από τον κορμό ενός δέντρου ή ενός χοντρού κλαδιού, πελεκούδα
σκιλίζουμι:   ματιάζομαι, αδιαθετώ, αρρωσταίνω 
σκιόριμα:   πολύ άσχημος άνθρωπος
σκιρτσούδα:  γυναίκα που κάνει σκέρτσα, πεταχτούλα, κολπαδόρα
σκλήθρου:  υδροχαρές δέντρο κλήθρο τη φλούδα του οποίου χρησιμοποιούμε για να βάφουμε υφάσματα 
σκόπι:  ξύλο, ραβδί 
σκούζα:   θρήνος
σκουλαμέντρα:  αφροδίσιο νόσημα (βλεννόρροια)
σκουλάου: σχολάω, τελειώνω.
σκουνταμός:  σκουντουφλιά
σκουντουφλάου:  σκοντάφτω σα να είμαι τυφλός
σκουντουφλιάρ’ς:  αυτός που σκοντάφτει συχνά
σκουριουκούδ’να:   σκουριασμένα κουδούνια 
σκουρπουφτέρη:   φυτό πόα με θεραπευτικές ιδιότητες
σκούσματα:   δυνατές κραυγές πόνου
σκουτίδιασι: έγινε σκότος
σκουτειδιάζει:   γίνεται σκοτάδι πυκνό 
σκουτίδα:   πυκνό σκοτάδι
σκουτούρα:   ζαλάδα, πρόβλημα
σκουτουρέλλα:   σαύρα
σκρουμπιάζου:  γίνομαι σκρούμπος
σκρούμπους:  καμένο
σκρουπάου:  σκορπίζω
σκ’τίσια:  μάλλινα
σκύλα:   κακιά, μοχθηρή γυναίκα
σκίζα: σφηνοειδής εγκοπή με ψαλίδι στο αυτί των προβάτων.
σκλι: σκύλος
σμιγαταράς: ο συνεταίρος με τα λιγότερα ζώα.
σουγκάρ(ι): όψιμο αρνί ή κατσίκι μτφ. το μικρότερο παιδί της οικογένειας, το οποίο έχει μεγάλη διαφορά από το πρώτο.
σπίτιασμα. σπίθιασμα: η τύφλωση των γιδοπροβάτων από το  απότομο κρύο.
σκρόφα: γουρούνα
στιφάνι, στεφάνι: ξύλινο περιδέραιο στο λαιμό των ζώων, πάνω στο οποίο στερεώνεται το κουδούνι. Είναι ξυλόγλυπτο και θηλυκώνει.
στραγκστάρ'(ι): στραγγιστήρι.
στρούγκα: ο χώρος που άρμεγαν τα πρόβατα.
στρουμπαριασμένου: ζώο το οποίο έπαθε ψύξη πίνοντας κρύο νερό με λαιμαργία.
στρίφα: προβατίνα ή γίδα η οποία γέννησε για δεύτερη φορά.
σ'κώθ'κι: Σηκώθηκε.
σ μαρώνω/ σμάρια: Τοποθετώ ξερά ξύλα και κλαριά ως εξωτερική επένδυση στις ξύλινες κατασκευές.
σηκωτά: Θηλιαστά.
σιάργκαβη: Ασπρόμαυρη.
σιάργκαβου: Ασπρόμαυρο.
σιδεριά: Σιδερένιο αλέτρι.
σιδερόφκυαρο (και γυφτόφκυαρο): Σιδερένιο φτυάρι.
σιμποδαύλι: Το ξύλο που σκαλίζουν τα ξύλα της φωτιάς στο τζάκι.
σιμπώ: Σκαλίζω (τη φωτιά).
σιρνάμινα: Καθημερινά.
σκ 'χάρις: Μαλλιά που δύσκολα ανοίγουν στο γράνσιμο.
σκ 'τι: Σκουτί.
σκαντζαλήθρις: Οι μικρές φλογίτσες που πετάγονται από τα ξύλα κάνοντας
χαρακτηριστικό θόρυβο.
σκαντζαλιθρίζ': Λέγεται για το νερό που χρησιμοποιείται στη βαφική. Χωρίς να βράζει, αλλά ούτε να είναι κρύο.
σκαριάτες: Οι βλάμηδες που φέρνουν τα συχαρίκια στο γάμο.
σκαφίδ' (ι): Το σκαφίδι.
σκέδια: Δείγματα μοτίβων.
σκίζις: Χοντροπελεκημένα ξύλα κατάλληλα για την κατασκευή πατωμάτων.
σκιπάρ '(ι): Σκεπάρνι.
σκούλος: Το πίσω μέρος από το τσεκούρι (πλατύ όχι η κόψη).
σκουλνώ: Τελειώνω.
σκούλους: Τα πολύχρωμα μαλλιά και νήματα που στόλιζαν τα άλογα και τις
κανάτες στο γάμο.
σκονλωτά, σκουλάτα: Θηλιαστά. Είδος υφαντού που κατασκευάζεται με τη βοήθεια βέργας.
σμάρια: Ξερά κλαριά και ξύλα για την εξωτερική επένδυση των ξύλινων
σμαζώνου:  μαζεύω, συμμαζεύω, συγκεντρώνω
σμίξη:  αντάμωμα, αντάμωση, συμβολή των ποταμών
σμιγό: Μείγμα σταριού με άλλα δημητριακά, κυρίως με καλαμπόκι.
σούκος: Η λέρα των μαλλιών των προβάτων.
σόι: συγγένεια
σούδα:  κατεβασμένο ρέμα που φέρνει μαζί του ξύλα και πέτρες
σουϊεύου:  είμαι συγγενής με κάποιον
σουπάνι:  εσωτερικό πανί, φόδρα
σουργούνι:   ρεζίλι
σουσούρα:   φυτό με το οποίο κάνουμε σκούπες
σούτσι:   κουσούρι, ελάττωμα
σουφλάου:   μπήγω
σουφλί:  σουβλί
σουφλιά:   οξύς πόνος
σουφλιρός:   μυτερός, οξύς
σπάθη: Εξάρτημα του αργαλειού από την οποία κρέμονται τα μιτάρια και τα καρούλια.
σπανολέτα: Ο μηχανισμός που ανοιγοκλείνει το παράθυρο.
σπαθάτους:  λυγερόκορμος
σπανά:  γυμνά βουνά, βουνά χωρίς δέντρα
σπανός:  άντρας που δε βγάζει γένια
σπάργανα:   κομμάτια από ύφασμα με τα οποία τυλίγουμε το μωρό και τα δένουμε επάνω του με τη φασκιά 
σπάρτου:   φυτό
σπληνάντιρου:  έδεσμα που παρασκευάζεται με το γέμισμα του χοντρού εντέρου του ζώου από κομμάτια σπλήνας 
σπουλλάτι:  ευχή
σπίρτο: Ουσία που χρησιμοποιείται στη βαφική για τη σταθεροποίηση του χρώματος
σπρωχτήρα: Ξύλο βοηθητικό στο μάζεμα της κοπριάς.
στ 'μόν(ι): Το νήμα πάνω στο οποίο γίνεται η ύφανση.
σταύρωση: Συνάντηση κλωστών χιαστί.
σταχτόκ 'λούρα: Κουλούρα στη στάχτη.
σταλίζουν τα πρόβατα: κάθονται το μεσημέρι στον ίσκιο και αναπαύονται 
στάλους:  χώρος στον οποίο σταλίζουν  τα γιδοπρόβατα 
στάνη:  χώρος (μαντρί) στον οποίο είναι εγκατεστημένο ένα τσελιγκάτο
σταυραδέρφια:  δυο συνήθως ή και περισσότερα άτομα που θεωρούνται μεταξύ τους αδέλφια μετά από αδελφοποίηση
σταυραϊτός:  είδος  αετού
σταυρουβιλουνιά:  τρόπος που κεντάμε (η βελονιά πηγαίνει χιαστή)
σταυρουγειτουνιά: γειτονιά με πολλά σταυραδέρφια
σταυρουδρόμι:   διασταύρωση δρό­μων.
σταυρουμάνα:   μάνα του σταυράδερφου ή της σταυραδερφής
σταυρουπατέρας: πατέρας του σταυράδερφου ή της σταυραδερφής
σταυρουπουδιάζουμι:  κάθομαι σταυροπόδι
σταύρουση:   βασική εργασία για το άνοιγμα του διασιδιού (το στόμα από όπου περνάει η σαΐτα) στη φάση που το ιδιάζουμε
σταυρώνου:  συναντώ,  διασταυρώνομαι
σταχτουκ’λούρα:  κουλούρα που την ψήνουμε στη χόβολη 
σταχτώνου:  ρίχνω σε κάτι στάχτη 
στείρα:   βελέντζα χωρίς κρόσσια
στένουση:   δυσφορία στο στήθος, άσθμα.
στέρφα:   πρόβατα που δε γεννούν 
στέρφη:   προβατίνα ή γίδα που δε γεννάει, που δεν παράγει γάλα
στητός:   όρθιος, καμαρωτός
στινάζου:  αναστενάζω, γογγύζω
στινεύουμι: στενοχωριέμαι
στιρέβουμι:  στερούμαι
στιρνός:  τελευταίος
στιρφεύουν τα πρόβατα: τα γαλάρια πρόβατα χάνουν τελείως το γάλα τους
στιφάνι: στρόγγυλο πελεκημένο ξύλο από το οποίο κρέμεται το κουδούνι ή το κυπρί 
στιφανουπάνι:  αγοραστό πανί που το χρησιμοποιούμε στη στέψη του ζευγαριού 
στοιχειό: αόρατο, υπερφυσικό και συνήθως κακοποιό
στόμα:  άνοιγμα του στημονιού μέσα από το οποίο περνάει η σαΐτα 
στουμπάου:  συνθλίβω 
στούμπους: ξύλινο, σιδερένιο ή πέτρινο εργαλείο (λιθάρι) με το οποίο συνθλίβονται άλλα αντικείμενα 
στούρνα:  μεγάλη πέτρα.
στουρνάρι: πυρόλιθος που τον χτυπάμε με τον πρυόβολο και ανάβουμε την ίσκα από τις σπίθες που βγάζει
στραβουγιράζου: γεράζω πρόωρα και έχω έκδηλα τα σημάδια της παρακμής
στραβουμάρις:  κακοτυχίες, αναποδιές
στραγγίζου τα πρόβατα:  αρμέγω την περίοδο που έχουν λίγο γάλα
στραγγίζου του τυρί:  αφαιρώ το τυρόγαλο
στράγγιου:  στραγγερό μέρος, αυτό που δεν κρατάει τα νερά της βροχής
στραγγουτσαντίλις:   τσαντίλες με τις οποίες στραγγίζουμε το γάλα
στράτα:   δρόμος
στρατεύουμι:   κατατάσσομαι στον στρατό
στρατί:  δρομάκι 
στρέου τα όνειρα: βγαίνουν τα όνειρα
στρέουμι:  συμφωνώ, συγκατανεύω
στρέχα:  σκεπή από μαντρί 
στριβάδι: χορτάρι για βοσκή κατάλληλο από μεγάλα κυρίως ζώα 
στρίβου:  ευνουχίζω τα αρσενικά ζώα
στρίβουν τα χουρτάρια:  ξεραίνονται
στρίφτου:  στρίβω
στριφτουκιέρα:   γίδα που έχει τα κέρατα στριφτά σαν μπούκλες
στρόγγυλις κουβέντις:  λογικές κουβέντες
στρουγκιάζου:  βάζω τα πρόβατα στη στρούγκα
στρουμπάρα:   αρρώστια στα πρόβατα από το χορτάρι
στρουμπούλου:  παχουλή γυναίκα
στρουμπουλούτς’κους:  παχουλούτσικος
στρουσίδι: μάλλινο υφαντό που στρώνεται
στέζηρας: Το γερό ξύλο στη μέση του αλωνιού, στο οποίο δένονται τα ζώα που αλωνίζουν.
στείρες βελέντζες: Βελέντζες χωρίς φλόκια.
στημονάρια: Τα γερά ξύλα πάνω στα οποία πλέκονται οι βέργες για την κατασκευή κοφινιών.
στήσιμο: Λέγεται για τον αργαλειό, όταν τον ετοιμάζουν για ύφανση.
στιρναρόπετρις: Είδος πολύ σκληρής πέτρας που χρησιμοποιείται στις μυλόπετρες.
στόμα (του υφαδιού): Το άνοιγμα του στημονιού στο οποίο ρίχνεται το νήμα της ύφανσης.
στουπώνω: Κλείνω καλά.
στράγγιος: Ο τόπος που δεν κρατάει νερά.
στραγκστάρ'(ι): Στραγγιστήρι.
στρούγκα: Ο χώρος που άρμεγαν τα πρόβατα.
στρουμπί: Το κάθισμα.
στρώση: Το υλικό που τοποθετείται στην επιφάνεια του φούρνου.
στύλια: Ξύλινες κολόνες.
συρτός: Πηγάδι.
συγγένειου:  συγγένεια 
συγγένεψη:  συγγένεια 
συγγιλέας:  εισαγγελέας
συγγινήδις:  συγγενείς
συγκαθάου:  δε με χωράει ο τόπος, είμαι ανήσυχος
συγκιριάζου:  συνδέω με το καπίστρι το ένα ζώο με το άλλο και προχωρούν σε γραμμή το ένα πίσω από το άλλο 
συγχουριμός: συγχώρεση, άφεση αμαρτιών
σύθαμπου:  βραδάκι που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι 
συλλουιόμι:  συλλογίζομαι 
συμπαθισμός:  συμπάθεια
συμπάου:  συνδαυλίζω τη φωτιά, πασχίζω να μη σβήσει
συμπιθιριακό:  συμπέθεροι που πάνε να πάρουν τη νύφη
συμπουδαύλι:   ξύλο με το οποίο σκαλίζεται η φωτιά ή σπρώχνονται τα ξύλα που καίγονται 
συμφάδα:   συννυφάδα 
σύμφουνου:  συμφωνία
συναγώι:  φασαρία, ανακατωσούρα
συνάζου:  συναθροίζω
συναξάρι:  μάζωξη, συγκέντρωση
συνήθειου: συνήθεια
συνιρίζουμι: συναγωνίζομαι κάποιον
συνουρίτις:   αυτοί που έχουν στα βοσκοτόπια κοινά σύνορα
συντάζου:  ετοιμάζω 
συντράμου:  δίνω βοήθεια
συντρουμή:   βοήθεια
συντρόφοι:   δυο βοσκοί που βόσκουν το ίδιο κοπάδι
συντυχαίνου:  συναντώ
σύρι:  πήγαινε
συρμή:  επιδημία
σύρραχου:  κορυφογραμμή
σφάλτσα: Δεμάτι στουμπισμένης βρίζας.
σφάλ 'τσα (αόρ. του Σφαλνώ): Έκλεισα.
σφαϊό:  δυνατός ρευματικός πόνος στην πλάτη 
σφαλίζου τα μάτια:  πεθαίνω
σφαχτά:  γιδοπρόβατα
σφαχτό:  σφαγμένο και γδαρμένο ζώο 
σφιντάνι:  σφένδαμος
σφίξη:  ζόρι, δυσκολία
σφουγγιόμι:   σφουγγίζομαι, σκουπίζομαι
σφρουντζλάου:  εκσφενδονίζω
σφοντύλι: Το κωνικό ξύλο που βοηθάει στην περιστροφή του αδραχτιού.
σ’μαδεύου:  κάνω σημάδι στο αφτί σε πρόβατο ή γίδι, για να το γνωρίζω
σ’μαδιακός:  εξαιρετικός, σπάνιος
σ’μώνου:  πλησιάζω, ζυγώνω
σ’νάφι: ίδια καταγωγή και προέλευση
σ’χαρίκια:  συγχαρητήρια, συγχαρητήριο φιλοδώρημα σε εκείνον που πρώτος αναγγέλλει ευχάριστη είδηση.
σ’χουράου:  συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών
σ’χώριση:  αποκριάτικο έθιμο. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς οι νεότεροι παίρνουν συγχώρεση για ό,τι έχουν κάνει από τους γεροντότερους 
σκ’λεύουμι:  (για σκυλιά) ζευγαρώνω
σκ’λιουψώμι:  ψωμί για τα σκυλιά που το  κάνουμε με πίτουρα
στ’λιάρι:  στειλιάρι, στέλεχος στα γεωργικά εργαλεία
στ’μόνι:  στημόνι, νήμα του αργαλειού.

Επιμέλεια: Στέργιος Γ. Παλπάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *